δωρητός

-ή, -ό (AM δωρητός, -ή, -όν)
αυτός που δίνεται ως δώρο («δωρητὸν οὑκ αἰτητόν»)
νεοελλ.
αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να δωρήσει
αρχ.
αυτός που δέχεται δώρα, που δωροδοκείται.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δωρητός — open to gifts masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δωρητόν — δωρητός open to gifts masc/fem acc sg δωρητός open to gifts neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δωρητοί — δωρητός open to gifts masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοδώρητος — I (4ος αι.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, από την Αντιόχεια. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό επί Ιουλιανού (360 363). Η μνήμη του τιμάται στις 3 Μαρτίου. II (Στεμνίτσα, Γορτυνία 1787 – Αθήνα 1843). Επίσκοπος Βρεσθένης, αγωνιστής του 1821. Μετά… …   Dictionary of Greek

  • πατροδώρητος — ον, Α αυτός που δωρήθηκε από τον πατέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πατήρ, πατρός + δώρητος (< δωρῶ), πρβλ. θεο δώρητος] …   Dictionary of Greek

  • ετοιμοδώρητος — ἑτοιμοδώρητος, ον (Μ) 1. ο έτοιμος, ο πρόθυμος σε δωρεές 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτοιμοδώρητον η εκούσια, η πρόθυμη προσφορά. [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δωρητός] …   Dictionary of Greek

  • ευδώρητος — εὐδώρητος, ον (Α) αυτός που έχει λάβει άφθονα δώρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δωρητος (< δωρούμαι)] …   Dictionary of Greek

  • σεβαστοδώρητος — ον, Α (για αγώνα) ο εξουσιοδοτημένος με αυτοκρατορική άδεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεβαστός + δωρητός (< δωρῶ)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.